Είμασταν δύο άγνωστοι πριν την κρίση. Τώρα βρισκόμαστε κάτω από την ίδια στέγη – cheaper γαρ :).  Και γνωριζόμαστε.

I, I who have nothing
I, I who have no one
Adore you, and want you so
I’m just a no one,
With nothing to give you but Oh
I Love You

Αυτό.

 

Advertisements

Μπίρι, Μπόρο, Μπέριντ

(Spoiler alert)

Πήγαμε χθες να δούμε το Buried, μια ταινία που είναι εξ’ ολοκλήρου γυρισμένη μέσα σ’ ένα φέρετρο. Cult δεν το λες, θρίλερ ούτε, φιλμ με ολίγη από ψυχασθένεια ίσως. Tέλοσπάντων, καλή ιδέα, χαμηλό μπάτζετ, ένας ηθοποιός γαρ˙ ο θαμμένος.

Μπαίνουμε στην αίθουσα, καθόμαστε σε ακριανή σειρά και ετοιμαζόμαστε για σινεμασκόπ. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένα ζευγάρι υπερηλίκων, (εκεί στα 70), καλοζωϊσμένοι, αγκαζέ και με πιτσουνέ μουρίτσες, έκαναν την είσοδό τους ως τεράστιοι λάτρεις της 7ης τέχνης. Με προσωπάκια που έλαμπαν, στρογγυλοκάθονται με ανακούφιση πίσω μας ακριβώς. Με υψηλή αυτοπεποίθηση γυρίζω σ’ Αυτήν που έχει με τη σειρά της αντιληφθεί μια ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου.

«Θ’ ακούσουμε ωραίες ατάκες», ψιθυρίζω, «να μου το θυμάσαι…». Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου…

«Ααα, ωραία είναι. Έχει ωραίες θέσεις, χαμηλές», λέει η κυρία Μπίρι Μπίρι. Γελάω ελαφρώς, έχω επιβεβαιωθεί και ατενίζω το πανί με αισιοδοξία. Με το ένα αυτί πίσω και τον κώλο μου στις χαμηλές, ένα με το πάτωμα καρέκλες.

Ξεκινάει η ταινία, για αρκετά δευτερόλεπτα ο σκηνοθέτης επιλέγει το απόλυτο σκοτάδι, «είμαστε» μέσα σε κάσα (μπρρ) υπενθυμίζω. Ατάκα θεϊκής προέλευσης έρχεται να «σκίσει» τον αέρα. «Τι έγινε; {παύση.} Χάλασε;».

Σαν τι να χάλαγε, σκέφτομαι. Καμια λάμπα στο wc, το σελιλόιντ, τι διάλα;

Συνεχίζουμε στην ταινία, ο απαχθείς Αμερικανός δεν μπορεί να κάνει ρούπι μέσα στην κάσα, στριφογυρίζει για να πιάσει ένα κινητό που βρέθηκε τυχαία εκεί και ξεκινά επιχείρηση διάσωσης εκεινού και του ιδίου. Παίρνει το FBI, τις αρχές και σε κάποια φάση δυσκολεύεται με μια τύπισσα που αδυνατεί να καταλάβει ότι ψυχορραγεί και δεν έχει καιρό για χάσιμο. Τον νευριάζει, της λέει «άει γαμήσου».

Ατάκα – αερικό μου χαϊδεύει τ΄αυτιά, αυτή τη φορά όχι από την κ. Μπίρι-Μπίρι αλλά από τον σύζυγό της, τον Μπόρο-Μπόρο. Χαμηλόφωνα, με ικανοποίηση και λαχτάρα, σκύβει στην Μπιρίτσα του και της λέει:

«Ωραίο είναι. Μ’ αρέσει. Σατιρίζει…». Αχου το μωρέ. Τι είναι μωρέ και σατιρίζει, τι, πες μου κι εμένα. Σατυρούλι.

Με τα πολλά η ταινία τελειώνει, ο τύπος δεν την γλιτώνει και έτσι δεν κάνει το χατήρι όσων θέλουν happy end. Μας έχει καλαρέσει ένα τσικ, έχουμε πιει και τα ποτά μας, μια χαρά. Σηκωνόμαστε να φύγουμε, κοιτάζω πίσω. Η Μπίρι και ο Μπόρο έχουν μείνει άναυδοι, αποσβολωμένοι. Μπορεί να κρατιούνταν και χεράκι, δεν παίρνω όρκο. Μην είδαν μωρέ «τον Νονό», μην είδαν «τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», τα «Πέτρινα Χρόνια», τον Δημητράκη τον Χορν; Μπέριντ μην τους βρήκε, τι να πω;

PS: Κατά τα άλλα επρόκειτο για ένα πολύ γλυκό ζευγάρι που πολλοί από μας θα ήθελαν να είναι έτσι στην ηλικία τους. Ξέχασα να πω ότι ανά περιόδους έφταναν στ’ αυτιά μου κάποια παραπονάκια του στυλ «α πα πα, η μέση μου με πεθαίνει». Και μετά από κανα τέταρτο οι στοργικές ερωτήσεις. «Πως πάει η μέση σου;».

Love post

Ή, όπως είπες εσύ πριν από 8 μήνες… «Απόψε θα πάμε για ποτό. Τέλος.»

Thank God it’s (not) Friday

Μου έλεγε μια φίλη τις προάλλες ότι στην εταιρία που δουλεύει εάν ρωτήσεις κάποιον «τι κάνεις;» σου απαντά «αφού δεν είναι Παρασκευή, είμαι καλά». Κι αυτό γιατί η εταιρία κάνει περικοπές (όπως λέγονται οι επιχειρήσεις-σκούπα στον ο-Θεός-να-τον-κάνει corporate world της Ελλάδας) και το μήνυμα είναι ότι όλοι είναι υποψήφιοι προς αποχώρηση. Το εθιμοτυπικό θέλει τα τηλεφωνήματα από το λογιστήριο να πέφτουν Παρασκευή (πιθανότατα για να ξεφουσκώνουν οι αντιδράσεις over the weekend και να μην επηρεάζεται η εργασία), εξ ου και η συγκεκριμένη μέρα έχει εξελιχθεί στη χειρότερη της εβδομάδας.
Ναι, με μια μικρή καθυστέρηση (που μάλλον ήταν φάση denial) έχω αρχίσει κι εγώ να ανησυχώ για την κρίση. Καιρός ήταν θα πείτε. Ξαφνικά, μετρώ γύρω μου απολυμένους. Και μάλιστα απολυμένους υπεράνω υποψίας. Νέους, παραγωγικούς, καλούς στη δουλειά τους και φιλότιμους. Που όμως didn’t make the cut. Στην κυριολεξία. Η φίλη μου η Τ. για παράδειγμα, το αστέρι του σχολείου, με συναρπαστικές σπουδές και βουτηγμένη στα ταλέντα, είναι σήμερα στο ταμείο ανεργίας. Η εταιρία που εργαζόταν χρεωκόπησε και άφησε δεκάδες ανθρώπους χωρίς δουλειά. Δεν τη φοβάμαι τη φίλη μου. Θα βρει άκρη, είναι αστέρι. Αλλά μου τη σπάει τόσο πολύ που πάνε να την τσακίσουν. Που τώρα της προσφέρουν δουλειά με το μισό μισθό, ακριβώς επειδή είναι άσχημα τα πράγματα εκεί έξω. Ενας μάλιστα της το ‘πε, όταν εκείνη αρνήθηκε τη θέση. «Καλά, κάνε μια γύρα και τα λέμε». Δεν της αξίζει ρε ζώα. Αυτή θα σας φέρει λεφτά, πόσο κοντόφθαλμοι μπορεί να είστε! (Ναι, εγώ έχω ταραχτεί πολύ περισσότερο από την Τ.)
Αρχίζω να φοβάμαι και για μένα και για τους γύρω μου. Κι αυτό, γιατί δε βλέπω καμία λογική σε αυτά που γίνονται. Τι κι αν κι εγώ είμαι καλή ή προσπαθώ; Σε κάποιους υπολογισμούς, σίγουρα περισσεύω. Είναι αυτό που λέω καμια φορά στον πατέρα μου: «Εάν ψάχνεις να βρεις κάποια μαλακία που έχω κάνει, μπορώ να σε βοηθήσω -να μην κουράζεσαι, όχι τίποτα άλλο». Ετσι και στο αφεντικό. Ετσι μου ‘ρχεται να του πω, «εάν κουνήσεις αυτά τα γραφεία έτσι και εκείνα γιουβέτσι, γλιτώνεις ένα τμήμα -το θέμα είναι, θέλεις να το κάνεις; Ε; Ε;»
Ισως να ‘ναι και καλύτερα ό,τι είναι να γίνει να γίνει τώρα (καλά, μην το παίρνετε τοις μετρητοίς). Είναι αυτό που μου είπε η Τ. προχθές. «Καλά τώρα… Σκέψου την επόμενη φορά που θα απολυθώ. Σε 10 χρόνια. Θα πλησιάζω τα 45. Ξέρεις κανέναν που προσλαμβάνει εργαζομένους σε αυτή την ηλικία;»
Ξέρω, ο φόβος αποσυντονίζει και προσπαθώ να το ρίχνω στο θυμό -αλλά αυτός και τυφλώνει και θα με ξαναρίξει στο τσιγάρο. Από την άλλη, για πόσο μπορείς να κάνεις το ούφο; Με λίγα λόγια, μωρό μου, εάν αρχίσω τα thank God it’s Monday και τις μαλακίες, σου επιτρέπω να με σκαμπιλίσεις. (Όπου.)

Ρ.Ε.Ξ. (Ρίτσα Έλα Ξανά)*

Πώς θα μπορούσε κανείς να το φανταστεί. Αλλά και όμως, αγαπητοί μας φίλοι, αυτό το καλοκαίρι είχε το δικό του σάουντρακ, το δικό του «θέμα» θα έλεγα σωστότερα: το πρωινό της ΝΕΤ.

Στην αρχή ήταν θέμα τύχης. Το «δύο» είχαμε συνηθίσει να πατάμε τόσα χρόνια (αν και σε ξεχωριστά σπίτια), το δύο επιμέναμε να πατάμε κάθε πρωί αγουροξυπνημένοι ψάχνοντας τους Λυριτζοοικονόμηδες -κι ας ήταν πια στο «έξι». Αλλά ακόμα κι αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που χρειάζεται ο αντίχειρας για να μετακινηθεί λίγο κάτω και δεξιά, ήταν αρκετά για να γίνει το κακό. Ακόμα και όταν την οθόνη είχε πλημμυρίσει για τα καλά το υπερσύγχρονο στούντιο του ΣΚΑΪ, το μυαλό, σαν πιασμένος μυς, ξεμούδιαζε από την προηγούμενη εικόνα. Το πρωινό της ΝΕΤ είναι σαν το μυστικό μήνυμα που κρύβεται στα τραγούδια όταν τα παίζεις ανάποδα.

Μετά μας καλάρεσε. Παίζοντας το πρωί κάτω από τα σκεπάσματα, Αυτός θα με κοίταζε έντονα και θα με ρώταγε: «Να βάλω;». «Α -χα» θα απαντούσα με φωνή Βίκης Φλέσσα, «βάλε». Τηλεόραση. Στη ΝΕΤ. Θα καθόμασταν αγκαλιά και θα χαζεύαμε αυτόν τον περίεργο τύπο με τα γυαλιά και το πλακουτσωτό κεφάλι να κάνει τις γκριμάτσες του και να χτυπά τα χέρια στο τραπέζι σε άσχετες φάσεις, δίπλα στη σοβαρή Ρίτσα (Μπιζόγλη παιδιά, Μπιζόγλη) που θα έμενε άφωνη, και θα διασκεδάζαμε αφάνταστα. Κάθε μέρα, θα συλλέγαμε ατάκες, μόνο και μόνο για να βλαστημούσαμε μετά την ώρα και τη στιγμή που καταπιαστήκαμε με το σπορ: ό,τι δεν γράφεις, δεν το θυμάσαι, τέλος.

Επειτα, το πράγμα ξέφυγε. Τα γέλια κόπηκαν. Σαν υπνωτισμένοι (νυσταγμένοι that is) ξυπνούσαμε όλο και νωρίτερα κάθε μέρα για να δούμε ΝΕΤ. Εγώ δηλαδή. Και τον ξυπνούσα για να του πω: «Δε φαντάζεσαι τι είπε». «Καλό;» «Πολύ καλό. Να βάλω καφέ;» «Βάλε, σηκώνομαι».

Τα ίδια και στην Ιθάκη. Το apartment, τρομάρα του, είχε και TV και δεν είχαμε καλύτερο από το να σηκωνόμαστε άγριο χάραμα για λίγο «Πρωινή Ενημέρωση» (άραγε έχει προσέξει κανείς ότι το logo έχει κόκκινα μόνο το Π, το Ε και το Η;). Μετά ξανακοιμόμασταν έναν ανήσυχο ύπνο…

Οκ, πέρα από την πλάκα. ΤΙ ΛΕΕΙ ΠΙΑ ΑΥΤΟΣ Ο ΤΥΠΟΣ; Οχι, όχι. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΤΥΠΟΣ; Ή σωστότερα: Ξέρει ότι πληρώνεται; Ότι πληρώνεται από εμάς συγκεκριμένα; Και για να επανέλθω: Επιτέλους ΤΙ ΛΕΕΙ;;;

Ο Κώστας Αρβανίτης πρέπει να είναι η μεγαλύτερη απάτη από καταβολής πρωινών. Βγήκε κάπου-κάπως-κάποτε και επειδή είχε γυαλάκια και κουνούσε το κεφάλι του σχεδόν με ολόκληρη περιστροφή, τα ζώα που είναι σπίτι τους αρκετές ώρες για να βλέπουν ένα ολόκληρο πρωινό (εμείς, ναι) σκέφτηκαν: «Α, να κάποιος που δεν συμπεριφέρεται σαν όλους τους άλλους (σ.σ. δηλ. νορμάλ). Είναι διαφορετικός! Άρα θα είναι καλός!» Και να σου τότε τα δημοσιεύματα για το «διαφορετικό αέρα» που έφερε στην TV ο γυαλάκιας, να σου οι συνεντεύξεις, να σου έξαρση τα τικ.

Να σου μας κατσικώθηκε τώρα στο πρωινό της ΝΕΤ. Το σοβαρό (my ass). Για τα κανάλια ο Κ.Α. είναι το φαΐ στο τάπερ στο ψυγείο στο οποίο καταφεύγεις όταν σου έχουν τελειώσει οι εναλλακτικές: δεν ξέρεις ή δεν έχεις όρεξη να μαγειρέψεις και σου ΄χουν τελειώσει και τα λεφτά και δεν μπορείς να παραγγείλεις. Τάπερ. Όποτε τα μίντια βιώνουν κρίση, όποτε οι άνκορμεν την κάνουν απροειδοποίητα, τσουπ μπροστά μας ο Κ.Α. (σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν επίσης οι κ.κ. Μάνεσης, Θρασκιά κ.α). Και ναι μπορεί να μην είμαστε ακριβώς μπροστά στις συναντήσεις που κλείνει τη “δουλειά”, αλλά κάτι μας λέει ότι αν είχε ουρά θα την κουνούσε. Ενιουέι.

Το θέμα δεν είναι αυτό (φτάνω, φτάνω), δεν πα’ να κουνάει και τα αυτιά, το θέμα είναι ότι ο άνθρωπος δεν ξέρει Χριστό. Από τίποτα. Νομίζει ότι αρκεί να πάρει ένα σοβαρό ύφος, να κάνει τις δύο ρυτιδούλες ανάμεσα στα μάτια, να ακουμπήσει και το κεφάλι στο χέρι με το δάχτυλο στρατηγικά τοποθετημένο στα χείλη για να τον πάρουμε στα σοβαρά. Δεν φτάνει Κώστα μας. Για την ακρίβεια, αυτά που ξέρει είναι κάτι breakthroughs που φάγαμε στη σχολή σε οργιώδεις ηλίθιες συζητήσεις στο κυλικείο ή τίποτα αστικοί μύθοι που κυκλοφορούν σε chain mails. Πχ. Έχουν καλεσμένο ένα γιατρό για το φλέγον ζήτημα του φλεβίτη. Θα το φέρει από δω θα το φέρει από εκεί, θα καταφέρει να τσαντιστεί με τον επιστήμονα ή και το φλεβίτη for that matter, και να του πετάξει κάτι του στυλ: “Και για να ΄χουμε καλό ρώτημα, γιατί οι φαρμακευτικές βγάζουν τα φάρμακα πριν εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια ερευνών ε; Ξέρετε; Δεν ξέρετε!” Ή συνηθέστερα: Θα καλέσουν έναν καλεσμένο (?), ο οποίος θα αρχίσει να μιλά για αυτό που τον έχουν καλέσει. Ο Κ.Α. θα τον κοιτά με το βλοσυρό ύφος της ψευτοσυγκέντρωσης, αφήνοντας να περάσουν πλάι του όλες οι ευκαιρίες για ερώτηση, ακόμα κι αν από την άλλη πλευρά ακούγονται τέρατα. Περίπου στα μέσα της συνέντευξης ή λίγο πριν πέσει ο δορυφόρος, ο Κ.Α. θα ξυπνήσει και θα αρχίσει τις ερωτήσεις για αυτά που έχουν ήδη ειπωθεί. Εν τω μεταξύ, ούτε ο Γκάντι τέτοια υπομονή σαν τους καλεσμένους καλεσμένους, τα ξαναλένε από την αρχή! Θου Κύριε… Σε άλλη περίπτωση, όταν ξυπνήσει στα μέσα της συνέντευξης θα έχει λίγο γκρίνια, σαν τα μωρά, και ενδέχεται να την πέσει στους ρεπόρτερ. Συνήθως όμως δεν έχει το θάρρος να τους πει ό,τι τον πειράζει, θα αρχίσει τα σχόλια σε ντεσιμπέλ ίσα να ακούν οι τηλεθεατές (και η άμοιρη συμπαρουσιάστριά του), εκθέτοντας τους ρεπόρτερ στα λινκ που συνεχίζουν το ρεπορτάζ. “Κώστα, δεν σε άκουσα, αν μπορείς να επαναλάβεις”. “Τίποτα, τίποτα, συνέχισε”.


Για να μην αρχίσω για τότε που επέστρεψε από τις διακοπές. Κάζουαλι μάς άρχισε τα “άτιμη κοινωνία που χρειάζεται να δουλεύουμε” και τα “πόσο θα ‘θελα να μουν πάλι εκεί στην Ηρακλειά (ή κάποιο άλλο τέτοιο μέρος) και να πίνω ρακόμελα”. Όσο και να φώναζα στην τηλεόραση ότι θα έπρεπε να ευγνωμονεί τα αστέρια που έχει δουλειά ο αστοιχείωτος, τώρα που θα αρχίσουν να απολύονται στα ΜΜΕ απείρως αξιότεροι άνθρωποι, αυτός τίποτα. Εκεί, να μας τρίβει στη μούρη ότι δεν προετοιμάζεται ούτε λεπτό για την εκπομπή, να μπερδεύει τους καλεσμένους, να διαβάζει λάθος σκαλέτα, να, να, να… “You can’t do anything!”, μου ‘ρθε να του πω (υπάρχει ένα Friends’ quote για τα πάντα).

Κώστα, αν μας διαβάζεις, κάνε μας μια χάρη: μείνε όπως είσαι και εισηγήσου στην επόμενη σεζόν να έχεις πλάι σου τη Μπήλιω.


*Διαβάζουμε ότι η Ρίτσα (Μπιζόγλη, παιδιά, Μπιζόγλη) δεν θα ξαναγυρίσει. Τη ρίξανε στα δελτία του Σαββατοκύριακου. Υποψιαζόμαστε όμως ότι ήταν κατόπιν δικού της αιτήματος. Μέχρι νεοτέρας, πλάι στον Κώστα θα παραμείνει η Μαριλένα.

Η φάτσα της χαρμολύπης

Λοιπόν. Disclaimer. Δεν ήμουν φαν του Αγγελάκα ποτέ. Ανήκω μάλλον στο mainstream κοινό που mainstream άκουγε Τρύπες τις προηγούμενες δεκαετίες. Όχι φανατικά δηλαδή αλλά συχνά και με την όποια ένταση «έπιανε» το «ράδιο-εφηβεία». Και βέβαια, δεν περιμένει κανείς εμένα να πω ότι οι παρέες του Αγγελάκα και του Παυλίδη αποτελούν κεφάλαιο στο ελληνικό ροκ.

Όπότε, πάμε. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο τύπος νομίζω ότι δικαιολογεί αυτό που κάνει και είναι. Εξελισσόμενος, μεγαλώνοντας. Δεν θέλω να φανεί κλισέ αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω, είναι καλλιτέχνης. Ήταν και είναι καλός ερμηνευτής, αφηγείται ωραία ακόμα και όταν ψιθυρίζει ή μάλλον όταν μουρμουράει. Νομίζω ότι οι επιλογές του είναι ασυνείδητες και γι΄αυτό αυθεντικές. Στιγμές, εκλάμψεις, εξαιρετικές εξαιρέσεις μέσα σε ηλίθιους κανόνες και μουσικούς κανονισμούς που καθηλώνουν τις νότες εκεί που τις θέλουν κάποιοι αγάμητοι.

«Σιγά μην κλάψω» με Επισκέπτες, «Όταν Χαράζει» του Θανάση Παπακωνσταντίνου (του καλύτερου για μένα Έλληνα μουσουργού μετά τον Χατζιδάκι), το «Ψυχή Βαθιά» – φοβερή σύνθεση, για μένα έκανε μουσική τα όσα άκουγα/διάβαζα χρόνια τώρα για τον Εμφύλιο, μαζί με τον Ψαραντώνη – δύο βιβλικές μορφές, φωνές γήινες, πως αλλιώς να το πούμε…

Τελευταία τον είδα («καλά, δεν το είχες δει» μου είπε ένας αηδιασμένος σύντροφος) στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» του Νικολαΐδη. Κλασσική ταινία για το φυζίκ του σκηνοθέτη, η «δική» του φωτογραφία, η γνωστή ματιά της πόλης με τo ψυχεδελικό υπόβαθρο των Floyd κ.λπ. Αν και νομίζω ότι ο ρυθμός της ταινίας χάνεται σε κάποια φάση (θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι δύο ξεχωριστές ταινίες) ο Αγγελάκας με εκπλήσσει ευχάριστα. Βλέπω την φάτσα του στην αρχή, μια θλίψη μέσα στα ντουμάνια μπάφων και μπάτσων. Είναι κάτι στιγμές που γελάει και σκέφτομαι, ψυχανεμίζομαι (κοινώς λέω αρλουμπίτσες) πως ότι και να υποδυθεί, θα είναι πειστικός. Και την κωμωδία έχει, και το δράμα του ταιριάζει. Είναι θλιβερός, σαν όλους μας, δείχνει να πονάει όπως όλοι και κυρίως υπομειδιά γιατί ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Και είναι ωραίος γι’ αυτό.  Δε νομίζω ότι είναι πολλοί.

Ps1:  Βλέποντας τον τα «ξανάφτιαξα» με την Άλλη.

Ps2:  Άκου το παλιό riff, ωραία πράγματα.

Ps3: Άκου τον και εδώ, ακόμη ωραία.

Πίνω τον ελληνικό και έρχομαι

Περιμένω εδώ. Να περάσει η ώρα να έρθω να σε πάρω. Πίνω έναν ελληνικό καφέ και έρχομαι. Είναι μέτριος προς το καλύτερο, όπως συνηθίζω να λέω. Μέτριος προς το χειρότερο ήταν τις προηγούμενες μέρες.

Είναι παράξενο πως έθρεψες την μοναξιά μου. Μην με παρεξηγήσεις, απλά άκου: έγινε μεγαλύτερη και πικρόχολη. Χωρίς να θέλεις, την άφησες να γυρίζει σπίτι κάθε βράδυ, να μπαίνει στις παρέες μου, να κρυφογελάει. Δεν γελιέμαι, νομίζω την είδα. Κάτσε να δεις τι έλεγε…

«Δεν γλιτώνεις. Θα πηγαινοέρχομαι σαν αερικό. Πρέπει να ζήσεις με μένα περισσότερο απ’ ότι με Αυτή, τους άλλους. Μην προσπαθήσεις μάταια».

Εντάξει, το καταλαβαίνω. Στη μοναξιά δεν αρέσει αυτό που είναι, δεν αντέχει τον εαυτό της. Θα μας ενοχλεί πάντα. Στις στιγμές όμως όχι. Στα πρωϊνά που σε κάνω να γελάς. Στο κρασί που θα πίνουμε, στα ποτήρια που μας σηκώνουν. Στη θάλασσα που μας αγκαλιάζει σαν να είμαστε γι’ αυτήν. Όταν τα ξαναλέμε σπίτι.

Γι΄ αυτό σου λέω. Πίνω τον ελληνικό και έρχομαι. Και δεν είμαι μόνος.

Previous Older Entries